candy

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkændi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkændi/ ,USA pronunciation: respelling(kandē)

Inflections of 'candy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": candies
Inflections of 'candy' (v): (⇒ conjugate)
candies
v 3rd person singular
candying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
candied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
candied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, uncountable (sweet treats, confectionery)γλυκό, γλύκισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ανάλογα το είδος)καραμέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σοκολάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I bring candy for the children. The old lady broke a tooth on a piece of candy.
 Φέρνω γλυκά (or: γλυκίσματα) για τα παιδιά.
candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (sweet treat, confection)γλυκό, γλύκισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  καραμέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σοκολάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The children were allowed a few candies each.
candy [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sweeten, preserve)καραμελώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She candied orange peels with sugar syrup.
 Καραμέλωσε τις φλούδες πορτοκάλι με σιρόπι από ζάχαρη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
candy apple (US),
toffee apple (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(apple covered in syrup)καραμελωμένο μήλο επίθ + ουσ ουδ
 She loves getting candy apples at Halloween.
candy bar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (bar of chocolate)σοκολάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A candy bar is not a healthy snack. You can usually get candy bars from a vending machine.
 Η σοκολάτα δεν είναι υγιεινό σνακ. Συνήθως, μπορείς να αγοράσεις σοκολάτες από κάποιον αυτόματο πωλητή.
candy cane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (curved confectionery stick)γλειφιτζούρι-μπαστουνάκι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Candy canes are popular around Christmastime.
candy corn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (traditional American sweets)καραμέλα που μοιάζει με σπόρο καλαμποκιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Candy Kisses,
candy kisses
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
US, ® (confectionery: chocolate drops) (σχήμα σταγόνας)σοκολατάκια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: As a registered trademark, “Candy Kisses” should be capitalized, but it is sometimes not capitalized in informal communication.
candy mold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (for shaping confectionery)φόρμα για σοκολατάκια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
candy store (US),
sweet shop (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(confectioner's shop)μαγαζί με ζαχαρωτά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I am going to the candy store to buy some chocolate.
candy wrapper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (covering on a sweet)περιτύλιγμα καραμέλας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The children must have found their Easter baskets; all that's left is a few candy wrappers.
cotton candy (US),
candyfloss,
candy floss (UK),
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(confectionery: spun sugar) (μεταφορικά: γλύκισμα)μαλλί της γριάς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The cotton candy they sell at the circus is one of our favorite treats.
cotton candy (US),
candyfloss,
candy floss (UK),
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative ([sth] insubstantial)ασήμαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)τίποτα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
chocolate candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (chocolates)σοκολατάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A box of chocolate candy makes a perfect hostess gift.
eye candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sb], [sth] attractive)χάρμα οφθαλμών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There was some very nice eye candy at the party last night.
hard candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (boiled sweets)καραμέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My grandmother always kept a dish of hard candies on her coffee table.
rock candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (confectionery in hard stick form)καραμέλα ή γλειφιτζούρι από μεγάλους κρυστάλλους ζάχαρης β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Rock candy is very bad for the teeth.
rock candy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, uncountable (sweet consisting of giant sugar crystals)καραμέλα ή γλειφιτζούρι από μεγάλους κρυστάλλους ζάχαρης β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 When I was a kid we had a kit for growing rock candy from a sugar solution.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'candy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am candying [fruit, ginger, yams, pecans], [cotton, rock] candy, [eat, buy] a candy bar, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση candy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'candy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης