canal

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈnæl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kəˈnæl/ ,USA pronunciation: respelling(kə nal)

Inflections of 'canal' (v): (⇒ conjugate)
When both "l" and "ll" forms exist, spellings with a double "l" are correct, but rare, in US English, while those with a single "l" are not correct in UK English.
canals
v 3rd person singular
canalling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (Mainly UK)
canaling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US)
canalled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (Mainly UK)
canaled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US)
canalled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Mainly UK)
canaled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (waterway)κανάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  δίαυλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (τεχνητή ένωση θαλασσών)διώρυγα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Scenic canals run throughout the city.
canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: tube)πόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  σωλήνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αγωγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Rob has an infection in his ear canal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (botany: intercellular space)πόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (geographic feature of Mars)κανάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The satellite images show canals on Mars.
canal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dig a waterway)σκάβω, ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The country canalled the isthmus.
canal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide with canal) (σε κάτι)ανοίγω κανάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
auditory canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (passage in ear)ακουστικό κανάλι επίθ + ουσ ουδ
birth canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (passage through which baby is born)κανάλι γέννησης ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
canal boat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vessel used on waterways)σκάφος για ναυσιπλοΐα σε κανάλι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (για ποτάμι)ποταμόπλοιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
canal system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manmade waterways)δίκτυο τεχνητών καναλιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She spent her vacation cruising the canal system of France on a houseboat.
ear canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (auditory passage)ακουστικός πόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ακουστικό κανάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Your ear canal is clogged with wax.
Panama Canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (waterway in Central America)Κανάλι του Παναμά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
root canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tooth: nerve cavity)κανάλι ρίζας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 An infected root canal can be very painful.
root canal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (dental treatment) (οδοντιατρική)απονεύρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It took the dentist four hours to do a root canal on my molar.
 Πήρε τέσσερις ώρες στον οδοντίατρό μου να κάνει την απονεύρωση στον τραπεζίτη μου.
root canal treatment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dental treatment)ενδοδοντική θεραπεία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)απονεύρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Doctor Gottadrille is an expert providing root canal treatment.
spinal canal,
vertebral canal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(anatomy)σπονδυλικός σωλήνας επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'canal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a canal [barge, boat], undergo root-canal [treatment, surgery], an ear-canal infection, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση canal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'canal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης