calculator

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkælkjʊleɪtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkælkyəˌleɪtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(kalkyə lā′tər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
calculator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (calculating device)κομπιουτεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αριθμομηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Students are allowed to use calculators on the test.
 Οι φοιτητές επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν κομπιουτεράκι κατά τη διάρκεια του διαγωνίσματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'calculator' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση calculator στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'calculator'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης