calculate

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkælkjʊleɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkælkjəˌleɪt/ ,USA pronunciation: respelling(kalkyə lāt′)

Inflections of 'calculate' (v): (⇒ conjugate)
calculates
v 3rd person singular
calculating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
calculated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
calculated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
calculate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (determine, measure [sth])υπολογίζω, εκτιμώ, σταθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Using this formula we can calculate the height of the trees.
 Χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, μπορούμε να υπολογίσουμε το ύψος των δέντρων.
calculate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (compute [sth])υπολογίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It took the computer several hours to calculate the exact distance.
 Πήρε αρκετές ώρες μέχρις ότου ο υπολογιστής να υπολογίσει την ακριβή απόσταση.
calculate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (estimate, predict [sth])υπολογίζω, εκτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's difficult to calculate how long the move will take.
calculate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consider [sth] carefully)υπολογίζω, λογαριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σταθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You failed to calculate how much your words would upset them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
calculate on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (expect, intend for [sth])υπολογίζω, λογαριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're calculating on your being here for dinner.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'calculate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση calculate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'calculate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης