cabin

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkæbɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkæbɪn/ ,USA pronunciation: respelling(kabin)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (airplane) (αεροσκάφους)καμπίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Everyone in the cabin must fasten their seat belts.
 Όλοι όσοι βρίσκονται στην καμπίνα πρέπει να δέσουν τις ζώνες ασφαλείας τους.
cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house)ξυλόσπιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πρόχειρο, χωρίς ανέσεις)καλύβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο απλά)σπίτι, σπιτάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εξοχικό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Henry's parents live in a cabin in the mountains.
 Οι γονείς του Χένρυ μένουν σε μια καλύβα στο βουνό.
cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ship: officer's quarters)καμπίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The captain retires to his cabin every evening at 8:00.
 Ο καπετάνιος αποσύρεται στην καμπίνα του κάθε βράδυ στις 8.
cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ship: living quarters or office)καμπίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (signal box) (για σιδηροδρόμους)σταθμαρχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
cabin [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confine [sb/sth] in small place)περιορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cabin attendant,
cabin steward
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(on a passenger ship)καμαρότος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (όλοι μαζί)προσωπικό καμπίνας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
cabin boy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nautical)καμαρότος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  θαλαμηπόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
cabin crew nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (staff of a plane or ship)πλήρωμα καμπίνας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The friendly smiles of the cabin crew put the passengers at ease.
cabin cruiser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motorboat) (σκάφος)κρούζερ ουσ ουδ ακλ
cabin door nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entrance or exit in an aeroplane) (αεροπλάνο)πόρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
cabin fever nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (boredom caused by confinement)σύνδρομο εγκλεισμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
cabin mate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who shares ship's quarters)συνεπιβάτης, συνεπιβάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  συνεπιβάτρια, συνεπιβάτισσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
flight attendant,
cabin attendant
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(air steward, hostess)αεροσυνοδός ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The flight attendant demonstrated how to use the oxygen masks.
 Ο αεροσυνοδός έδειξε πώς γίνεται χρήση της μάσκας οξυγόνου.
log cabin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house made of trimmed tree trunks)ξυλοκαλύβα, καλύβα από κορμούς δέντρων, ξυλόσπιτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My grandfather built this log cabin with his own two hands. I've always admired the rustic beauty of my aunt's log cabin.
 Ο παππούς μου έκτισε αυτή την ξυλοκαλύβα με τα ίδια του τα χέρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cabin' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: cabin [rentals, sales, maintenance], the cabin [staff, crew, attendants, stewards], a (sudden) [drop in, loss of] cabin pressure, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cabin στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cabin'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης