butchery

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʊtʃəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbʊtʃəri/ ,USA pronunciation: respelling(bŏŏchə rē)

Inflections of 'butchery' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": butcheries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
butchery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (brutal killing, slaughter)σφαγιασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  σφαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Nothing justifies the butchery of innocent people.
butchery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (incompetence, clumsiness) (μεταφορικά)ανικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
butchery,
butchering
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(slaughter and preparation of meat) (σε σφαγείο)σφαγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The chef took a sharp knife and demonstrated his skills in butchery.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση butchery στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'butchery'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης