bustling

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌsəlɪŋ/US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈbʌslɪŋ/


From the verb bustle: (⇒ conjugate)
bustling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: bustling, bustle

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bustling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with many people)γεμάτος κόσμο φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  πολυσύχναστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πολύβουος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We struggled to find the correct platform in the bustling train station.
 Δυσκολευτήκαμε να βρούμε τη σωστή πλατφόρμα μέσα τον πολύβουο σιδηροδρομικό σταθμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement, activity)κίνηση, ζωή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βουή, φασαρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ελαφρώς αρνητικό)βαβούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Karen missed the bustle of the city.
 Της Κάρεν της έλειπε η κίνηση της πόλης.
bustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (frame under dress) (παλαιό)τουρνούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φούσκωμα στο πίσω μέρος της φούστας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Women's fashion has evolved since the days of corsets and bustles.
 Η γυναικεία μόδα έχει εξελιχθεί από την εποχή των κορσέδων και της τουρνούρας.
bustle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move busily) (μεταφορικά)τρέχω πέρα-δώθε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Samantha bustled about the kitchen, preparing for the party.
 Η Σαμάνθα έτρεχε πέρα-δώθε στην κουζίνα για τις προετοιμασίες του πάρτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a bustling [city, street, market, metropolis], is bustling with [people, color, tourists], is bustling and [vibrant, busy, lively, colorful, crowded], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bustling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bustling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης