bush

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʊʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bʊʃ/ ,USA pronunciation: respelling(bŏŏsh)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant)θάμνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We planted some bushes in front of our new house.
 Φυτέψαμε μερικούς θάμνους μπροστά από το καινούριο σπίτι μας.
the bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rural, forest area)ύπαιθρος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (με δέντρα)δάσος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The explorers spent two months wandering in the bush.
 Οι εξερευνητές πέρασαν δύο μήνες περιπλανώμενοι στην ύπαιθρο.
bush n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." US, Can, AU (rural, not sophisticated)αγροίκος, άξεστος, ακαλλιέργητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, vulgar, slang (woman's pubic hair) (αργκό, χυδαίο, μτφ)θάμνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Does she shave her bush?
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engineering: bearing)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
bush,
ivy bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
archaic (ivy decoration at tavern)κισσός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  διακοσμητικός κισσός επίθ + ουσ αρσ
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Can (land used for timber)αλσύλλιο για ξύλευση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thicket)θάμνοι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (έκταση)λόχμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Wear long sleeves when you prune the bush; there are lots of thorns.
bush viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (grow bushy)γίνομαι φουντωτός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  φουντώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover [sth] with bushes)καλύπτω κτ με θάμνους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We should bush the motorcycle to camouflage it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
beat around the bush,
also UK: beat about the bush
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (avoid getting to the point)υπεκφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)το πάω γύρω-γύρω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Stop beating around the bush and give me the real reason!
beating around the bush,
beating about the bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(not getting to the point)υπεκφυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το να το πάω γύρω γύρω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All this beating around the bush is starting to annoy me; just say yes or no!
blackberry,
blackberry bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shrub that bears blackberries)βατομουριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There are blackberries near the back of the orchard.
blueberry,
blueberry bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bush that bears blueberries)μύρτιλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The plants by the fence aren't raspberries, they're blueberries.
burning bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: in Book of Exodus)φλεγόμενη βάτος επίθ + ουσ θηλ
bush baby nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (African mammal)ημιπίθηκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  γαλάγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
bush meals nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (native Australian foods)φαγητά από τρόφιμα που υπάρχουν μόνο στην Αυστραλία β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bush pilot (small aircraft pilot)πιλότος μικρού αεροσκάφους φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
bush plane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for remote areas)μικρό αεροσκάφος που δεν απαιτεί αεροδρόμιο για την απογείωση και την προσγείωσή του β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 A bush plane is sometimes the only means of getting to remote locations.
bushfood,
bush tucker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Australian native foods)εδώδιμα γηγενή της Αυστραλίας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
dittany,
gas plant,
burning bush,
fraxinella
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(aromatic herb)δίκταμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
rosebush,
rose bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tree bearing roses)τριανταφυλλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
strawberry bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of shrub) (θάμνος)ευώνυμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
without beating around the bush,
without beating about the bush
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal (in a straightforward way)ευθέως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)καθαρά και ξάστερα, στα ίσα εκφρ
  (μεταφορικά)χωρίς να μασάω τα λόγια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He told me right away what he thought, without beating about the bush.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bush' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [put out, started] a bush fire, bush the [metal, surface], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bush στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bush'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης