burglar

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɜːrglər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɝglɚ/ ,USA pronunciation: respelling(bûrglər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
burglar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thief who breaks into houses)διαρρήκτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κλέφτης, ληστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A burglar broke into our house and stole jewelry and a TV while we were on vacation.
 Ένας διαρρήκτης μπήκε στο σπίτι μας κι έκλεψε κοσμήματα και μια τηλεόραση, ενώ ήμασταν διακοπές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
burglar alarm nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warns of a burglary)συναγερμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The burglar alarm will sound if the window is opened.
burglarproof (US),
burglar-proof (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(protected against theft)απαραβίαστος, αδιάρρηκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
burglarproof [sth] (US),
burglar-proof [sth] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(protect against theft)κάνω κτ απαραβίαστο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ασφαλίζω κτ έναντι κλοπής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βάζω αντιδιαρρηκτική προστασία σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
cat burglar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stealthy thief) (καθομιλουμένη)μπουκαδόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The cat burglar entered the house by climbing up the drain-pipe and through an open window on the second floor.
 Ο μπουκαδόρος μπήκε στο σπίτι σκαρφαλώνοντας την υδρορροή και περνώντας μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο του δευτέρου ορόφου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'burglar' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the burglar alarm went off, a burglar alarm system, [install, get] a burglar alarm, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση burglar στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'burglar'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης