bureau

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbjʊərəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbjʊroʊ/ ,USA pronunciation: respelling(byŏŏrō)

Inflections of 'bureau' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
bureaus
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
bureaux
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
Σε αυτή τη σελίδα: bureau, bur.
Ο όρος 'bureau' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bur.'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bureau' is an alternate term for 'bur.'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agency with particular function)γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  υπηρεσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Bureau of Financial Affairs handles all of the budget and sales matters.
 Η Υπηρεσία Οικονομικών Υποθέσεων χειρίζεται όλα τα θέματα του προϋπολογισμού και των πωλήσεων.
bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government office)γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bureau is down the hall to the left.
 Το γραφείο είναι στο τέρμα του διαδρόμου στα αριστερά.
bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (furniture: writing desk)γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Margaret sat at the bureau and penned a letter to her aunt.
bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (furniture: drawers)συρταριέρα, σιφονιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιό)κομό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mother's jewelry box always sat on top of her bureau.
 Το κουτί με τα κοσμήματα της μαμάς ήταν πάντα πάνω στη συρταριέρα της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bur. nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (government office: bureau)γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τμήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
bureau | bur.
ΑγγλικάΕλληνικά
bureau de change nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (currency exchange service)ανταλλακτήριο συναλλάγματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 You will find a bureau de change at large airports.
Census Bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (office: conducts surveys)υπηρεσία απογραφής, γραφείο απογραφής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καταμέτρηση ατόμων)υπηρεσία απογραφής πληθυσμού, γραφείο απογραφής πληθυσμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Census Bureau is hiring lots of people to compile data for the 2010 Census.
credit bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (credit information agency)πιστωτικό γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you don't recognize a charge on your credit report, you should call the credit bureau.
FBI nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, initialism (Federal Bureau of Investigation)FBI ουσ ουδ ακλ
 Warren works for the FBI and isn't allowed to discuss his work.
Federal Bureau of Investigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (intelligence agency)Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  FBI ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
weather bureau nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meteorological office)μετεωρολογικό γραφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The national weather bureau keeps records on snowfall going back over a hundred years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bureau' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the bureau [chief, head], the bureau office in [DC], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bureau στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bureau'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης