burdensome

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɜːrdənsəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɝdənsəm/ ,USA pronunciation: respelling(bûrdn səm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
burdensome adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (heavy, hard to carry)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  δύσκολος στο κουβάλημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jim's rucksack was burdensome as he lugged it up the mountain.
burdensome adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (emotionally oppressive)δύσκολος, κουραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Caring for my parents as well as my children is a burdensome responsibility.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'burdensome' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση burdensome στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'burdensome'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης