Σε αυτή τη σελίδα: burdened, burden

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
burdened adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (nautical: having to yield right of way)που δίνει προτεραιότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (load) (κυριολεξία)φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The donkey can carry a heavy burden.
 Ο γάιδαρος μπορεί να μεταφέρει βαριά φορτία.
burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weight)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The burden of his heavy backpack was hard on his knees.
 Το βάρος του σακιδίου του ζόριζε τα γόνατά του.
burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (encumbrance)επιβάρυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Payments for the two cars are a burden on the family's resources.
 Η κάλυψη των εξόδων για τα δύο αυτοκίνητα αποτελεί επιβάρυνση για τα οικονομικά της οικογένειας.
burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (mental: pressure) (μεταφορικά: πίεση)φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She has too many emotional burdens to relax properly.
 Δεν μπορεί να χαλαρώσει, γιατί κουβαλάει μεγάλο συναισθηματικό φορτίο.
burden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental: responsibility) (μεταφορικά)βάρος, φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Being responsible for the family is a burden to him.
 Είναι βάρος (or: φορτίο) γι' αυτόν το ότι είναι υπεύθυνος για την οικογένειά του.
burden [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (add pressure, worry) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I never tell you my worries because I don't want to burden you.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε φορτώνω.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε επιβαρύνω.
burden [sb] with [sth] vtr + prep figurative (impose [sth] troublesome)επιβαρύνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)βαραίνω κπ με κτ, φορτώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Don't burden your mother with your problems.
 Μη βαραίνεις (or: φορτώνεις) τη μητέρα σου με τα προβλήματά σου.
burden [sth] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (load) (κάτι με κάτι άλλο)φορτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They burdened the truck with even more weight.
 Φόρτωσαν το φορτηγό με ακόμα μεγαλύτερο βάρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'burdened' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση burdened στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'burdened'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης