WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
burden yourself with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (responsibility) (μεταφορικά)φορτώνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φορτώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  επιβαρύνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (λόγιο)επωμίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't burden yourself with the practical side of moving house: leave it to the removal men.
 Μην φορτωθείς εσύ με το πρακτικό κομμάτι της μετακόμισης. Άφησέ το στη μεταφορική εταιρεία.
burden yourself with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (concerns)φορτώνομαι, επιβαρύνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't burden yourself with my insignificant problems.
 Μην επιβαρύνεσαι με τα ασήμαντα προβλήματά μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση burden yourself with στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'burden yourself with'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης