buoyant

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɔɪənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɔɪənt, ˈbujənt/ ,USA pronunciation: respelling(boiənt, bo̅o̅yənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that floats)πλωτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επιπλέων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  που επιπλέει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Balsa is a light, buoyant type of wood.
buoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (emotion)εύθυμος, ευχάριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Amy's buoyant smile lifted everyone's mood.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (currency: strong) (νόμισμα)ισχυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
buoyant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (econ: prices increase easily)που βρίσκεται σε άνθηση επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Prices of everyday commodities are rising in this buoyant economy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: the [boat, raft] is (not) buoyant, is buoyant in the water, [remains, stays] buoyant when, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση buoyant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'buoyant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης