buoyancy

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɔɪənsi/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈbɔɪənsi, ˈbujənsi/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(boiən sē, bo̅o̅yən sē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buoyancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flotation)πλευστότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ: άνθρωποι, αντικείμενο)ικανότητα να επιπλέει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pat has no buoyancy; he just sinks like a stone.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buoyancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (emotion)ψυχικά αποθέματα φρ ως ουσ ουδ πλ
  αντοχές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Emma has great emotional buoyancy; she is never very bothered by setbacks.
buoyancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (resilience) (μεταφορικά)αντοχές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Since the company is new, its buoyancy to recover from a bad sales month is weak.
buoyancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (currency: strength)ισχύς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The dollar's buoyancy seems to be weakening as other economies strengthen.
buoyancy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (market: activity) (μεταφορικά: έντονη)δραστηριότητα, κινητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The economy is showing remarkable buoyancy despite the rising price of oil.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: buoyancy [control, compensator], buoyancy force, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση buoyancy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'buoyancy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης