bunny

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌni/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbʌni/ ,USA pronunciation: respelling(bunē)

Inflections of 'bunny' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": bunnies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, infantile (small rabbit)κουνελάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The preschool class looks after bunnies and ducklings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (night-club girl in rabbit costume) (μεταφορικά)κουνελάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)σερβιτόρα ντυμένη κουνελάκι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Kelly is an attorney now, but during college she worked as a bunny.
bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, AU (dupe)κορόιδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bunny hop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rabbit: jump)πήδημα λαγού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bunny hop viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (jump like a rabbit)χοροπηδώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bunny hop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (motorcycle jump)πήδημα, σάλτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: σάλτο: ξενικό, άκλιτο
bunny hop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, dated (1950s dance)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The Chicken Dance and the Bunny Hop are often still performed at wedding receptions.
bunny rabbit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (affectionate term for a rabbit) (υποκοριστικό)κουνελάκι, λαγουδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The children say that they want to have a bunny rabbit as a pet.
dust bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (ball of dust, fluff)χνούδια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  χνουδόμπαλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There are dust bunnies under most of my furniture.
Easter Bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rabbit: brings chocolate eggs)πασχαλινό λαγουδάκι επίθ + ουσ ουδ
not a happy bunny adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, informal (displeased, annoyed)που ενοχλήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δυσαρεστήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν χάρηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tim wasn't a happy bunny when he found out Michelle had broken his laptop.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a (little) bunny rabbit, gave him bunny ears, was giving him bunny ears in the [photo, picture], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bunny στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bunny'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης