bunion

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌnjən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbʌnjən/ ,USA pronunciation: respelling(bunyən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bunion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swelling at toe joint) (πάθηση ποδιού)κότσι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My shoe is rubbing painfully on my bunion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bunion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bunion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης