bungalow

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌŋgələʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbʌŋgəˌloʊ/ ,USA pronunciation: respelling(bunggə lō′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bungalow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house with one level)μπανγκαλόου, μπάνγκαλοου ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: μπανγκαλόου: ξενικό, άκλιτο
 My parents find it hard to cope with the stairs, so they are moving into a bungalow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bungalow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bungalow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης