Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bullet wood


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bullet παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: wood

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gun projectile)σφαίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The x-ray shows that the bullet is lodged in the patient's shoulder.
 Η ακτινογραφία δείχνει πως η σφαίρα είναι σφηνωμένη στον ώμο του ασθενούς.
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short for bullet point)κουκκίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bullets look better for a list than numbers in most cases.
 Οι κουκκίδες φαίνονται καλύτερα από τους αριθμούς σε μια λίστα στις περισσότερες περιπτώσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bullet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loan type)δάνειο εξοφλητέο εφάπαξ στη λήξη του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δάνειο που αποπληρώνεται εφάπαξ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ammunition cartridge)σφαίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The hunters stopped at a store to buy more bullets.
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] shaped like gun projectile) (μεταφορικά)σκάγι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The horse bucked and kicked up bullets of mud.
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (security with single maturity date)τίτλος με εξόφληση εφάπαξ κατά τη λήξη του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final loan repayment)αποπληρωμή δανείου εφάπαξ στη λήξη του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bite the bullet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (do [sth] unpleasant) (μεταφορικά)σφίγγω τα δόντια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You will just have to bite the bullet; there's no other option.
bullet casing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (guns: shell of a bullet) (σφαίρα)κάλυκας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
bullet hole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hole made by a fired bullet)τρύπα από σφαίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The bullet hole through his chest marked the path the bullet took as it flew through him.
bullet point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dot before list item)κουκκίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The boss would prefer a simple list of items with bullet points, rather than long descriptions. To create a list of bullet points, click on the icon.
 Το αφεντικό προτιμά μια απλή λίστα αντικειμένων με κουκκίδες, παρά εκτενείς περιγραφές. Για να κάνεις μια λίστα με κουκκίδες, κάνε κλικ στο εικονίδιο.
bullet train nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Japan: fast rail service)υπέρταχεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συρμός υψηλής ταχύτητας, σιδηρόδρομος υψηλής ταχύτητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I caught the bullet train, which as always was very punctual.
bullet wound nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (injury caused by a firearm)τραύμα από σφαίρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That hospital has a doctor on staff who specializes in treating bullet wounds.
bulletproof,
also UK: bullet-proof
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(resistant to bullets)αλεξίσφαιρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The President's car is fitted with bulletproof glass.
bulletproof vest,
also UK: bullet-proof vest
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(protective jacket)αλεξίσφαιρο γιλέκο επίθ + ουσ ουδ
  αλεξίσφαιρο επίθ ως ουσ ουδ
 He is alive today because a bulletproof vest stopped the bullet that was meant to kill him.
 Είναι ακόμα ζωντανός, γιατί το αλεξίσφαιρο γιλέκο ανέκοψε την πορεία της σφαίρας που θα τον σκότωνε.
dodge a bullet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (avoid [sth] unpleasant)φτηνά τη γλυτώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τη γλυτώνω στο τσακ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ίσα που τη γλυτώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
dumdum,
dumdum bullet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (expanding bullet) (ανεπ: σφαίρα)ντουμ-ντουμ ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
magic bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (instant or fool-proof remedy) (μεταφορικά)μαγικό φίλτρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When antibiotics were discovered they were considered to be magic bullets.
silver bullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direct or immediate solution) (μεταφορικά)μαγικό ραβδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bullet wood στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bullet wood'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης