Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bull ant


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bull παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: ant

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bull nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male bovine)ταύρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The bull pawed the ground in irritation as the farmer approached.
 Ο ταύρος άγγιξε το έδαφος ενοχλημένος καθώς ο αγρότης πλησίαζε.
bull,
bull elephant
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(male elephant)αρσενικός ελέφαντας επίθ + ουσ αρσ
  (πιο γενικό)ελέφαντας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A bull stared at the hunting group, challenging them to move.
 Ο αρσενικός ελέφαντας κοίταζε επίμονα την ομάδα των κυνηγών, προκαλώντας τους να κινηθούν.
bull n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (economy: rising)ακμάζων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  ανοδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 After a slump, we're enjoying a bull economy now.
 Μετά την ύφεση, απολαμβάνουμε ανοδική οικονομία τώρα.
bull nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative, slang, abbreviation (bullshit) (καθομ, προσβλητικό)μαλακίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομ, χυδαίο)παπαριές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He says he's fluent in six languages? That's bull--he failed Spanish class in high school!
 Λέει πως ξέρει έξι γλώσσες; Αυτά είναι παπαριές -- δεν πέρασε τα Ισπανικά στο γυμνάσιο!
bull nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: solidly built)γεροδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μειωτικό, αρνητική σημασία)γομάρι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 Clive's father is a bull of a man; I find him quite intimidating.
bull nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (bull's-eye)κέντρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πετυχαίνω)διάνα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 My dart missed the bull by a few millimetres.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bull adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (strong, solidly built)ογκώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγαλόσωμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The silhouette of a bull figure was visible in the doorway.
Bull! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, figurative, slang, abbreviation (bullshit) (καθομ, προσβλητικό)μαλακίες! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομ, χυδαίο)παπαριές! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
the Bull,
Taurus the Bull
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(zodiac sign: Taurus) (ζώδιο)Ταύρος ουσ αρσ κύρ
 If your birthday is on the 18th of May, you were born under the sign of the Bull.
bull [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (finance: attempt to inflate)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The trader is trying to bull stock in this company.
bull [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shove)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bull elephant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male elephant)αρσενικός ελέφαντας επίθ + ουσ αρσ
  (πιο γενικό)ελέφαντας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Suddenly, a bull elephant came stampeding through the weeds.
bull market nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (optimism on stock market)θετική τάση στο χρηματιστήριο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You don't have to be a financial genius to make money in a bull market.
bull riding (rodeo event)καβάλημα ταύρου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
bull ring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bullfighting arena)αρένα ταυρομαχιών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Most large towns in Spain have bull rings.
bull session nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (informal group discussion)συζήτηση σε ανεπίσημο επίπεδο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  φιλική συζήτηση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)χαλαρή κουβέντα επίθ + ουσ θηλ
bull shark,
cub shark
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(large aggressive shark)καρχαρίας ταύρος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Bull Terrier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (English dog breed) (ράτσα σκύλου)Μπούλ Τεριέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
bull's eye nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (centre of target)διάνα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 John threw a dart, which hit the bull's eye.
bullheaded,
bull-headed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, pejorative, slang (stubborn)πεισματάρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ξεροκέφαλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)αγύριστο κεφάλι φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
bullnecked,
bull-necked
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having a thick neck)χοντρολαίμης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
bullpen,
bull pen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(baseball: pitchers’ warmup area) (χώρος προθέρμανσης)bullpen ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
bullpen,
bull pen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (cattle enclosure)μαντρί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (λαϊκό)στρούγκα, κόρδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bullpen,
bull pen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(baseball: relief pitchers) (μπέιζμπολ)αναπληρωματικός ρίπτης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
bullpen,
bull pen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (temporary cell for prisoners)κρατητήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
cock-and-bull story,
cock and bull story
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, figurative, informal (far-fetched account)παρατραβηγμένη ιστορία επίθ + ουσ θηλ
  ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
like a bull in a china shop advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." colloquial (recklessly, clumsily)σαν ταύρος σε υαλοπωλείο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be like a red rag to a bull v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." colloquial (that provokes anger) (μεταφορικά)είμαι κόκκινο πανί εκφρ
papal bull nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document from Pope)παπικό διάταγμα επίθ + ουσ ουδ
pit bull terrier,
pit bull
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(English dog breed)πιτ μπουλ τεριέ, πιτ μπουλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The pit bull terrier is an athletic breed.
 Τα πιτ μπουλ τεριέ (or: πιτ μπουλ) είναι αθλητική ράτσα.
take the bull by the horns v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (tackle a task bravely) (μεταφορικά)πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Matthew's going to take the bull by the horns tomorrow and ask Louise to marry him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bull ant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bull ant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης