bulging

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌldʒɪŋ/

From the verb bulge: (⇒ conjugate)
bulging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: bulging, bulge

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulging adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (eyes: protuberant)που προεξέχει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διογκωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (επίσημο: ιατρική)που παρουσιάζει προπέτεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her bulging eyes made me think she had a thyroid condition.
 Βλέποντας τους διογκωμένους οφθαλμούς της, υπέθεσα ότι αυτή πάσχει από κάποια ασθένεια του θυρεοειδούς αδένα.
 Οι βολβοί των οφθαλμών της παρουσίαζαν προπέτεια, γεγονός που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι έπασχε από κάποια ασθένεια του θυρεοειδούς αδένα.
bulging adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pocket, bag: overfull) (τσέπη, τσάντα)φουσκωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό)τέζα, φίσκα, τίγκα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 His trouser pockets were bulging with all kinds of junk.
 Οι τσέπες του παντελονιού του ήταν φουσκωμένες με όλων των ειδών τις βλακείες.
bulging adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (stomach: swollen) (στομάχι)φουσκωμένος, πρησμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό)τέζα, φίσκα, τίγκα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The children's bulging stomachs are a symptom of malnutrition.
 Το πρησμένο στομάχι των παιδιών είναι σύμπτωμα υποσιτισμού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] sticking out)εξόγκωμα, φούσκωμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)καρούμπαλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Sara noticed a strange bulge in the sack.
 Η Σάρα παρατήρησε ένα περίεργο εξόγκωμα στον σάκο.
bulge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (swell, stick out) (αλλαγή κατάστασης)φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διογκώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (θέση)προεξέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πετάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The old man's stomach bulged.
 Το στομάχι του γέρου προεξείχε.
bulge with [sth] vi + prep (be full) (από κάτι)ξεχειλίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boy's pockets were bulging with the conkers he had collected.
 Οι τσέπες του αγοριού ξεχείλιζαν με τα αγριοκάστανα που είχε μαζέψει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (increase)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This neighborhood experienced a population bulge about twenty years ago, but gradually people moved away.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
bulging | bulge
ΑγγλικάΕλληνικά
bulging with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." literal (overfull with, stuffed full of)γεμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My mailbox is usually bulging with junk mail and bills.
bursting at the seams,
bulging at the seams
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (overfull, packed full)γεμάτος, φίσκα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My suitcase is already bursting at the seams -- how can I pack my souvenirs?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bulging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bulging στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bulging'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης