builder

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪldər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɪldɚ/ ,USA pronunciation: respelling(bildər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
builder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who constructs [sth])οικοδόμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κτίστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)χτίστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Several builders gave me estimates for a new roof.
 Αρκετοί οικοδόμοι μού έδωσαν μια εκτίμηση για το κόστος κατασκευής καινούργιας οροφής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
boat builder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who constructs boats)ναυπηγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)κατασκευαστής σκαφών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A boat builder spends hours sanding wood.
body builder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weightlifter, develops muscle)μπόντι μπίλντερ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (αργκό)μποντιμπιλντεράς, μποντιμπιλντερού ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'builder' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [web-page, website] builder, using a [free, paid] builder, is a [house, boat] builder, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση builder στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'builder'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης