budding

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌdɪŋ/US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈbʌdɪŋ/

From the verb bud: (⇒ conjugate)
budding is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: budding, bud

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
budding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: developing) (άνθρωπος)εκκολαπτόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Their eldest son Mark's a budding writer.
 Ο μεγαλύτερος γιος τους, ο Μαρκ, είναι εκκολαπτόμενος συγγραφέας.
budding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (plant: producing buds) (φυτά)μπουμπουκιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Budding plants should be kept indoors in cool weather.
 Τα μπουμπουκιασμένα φυτά πρέπει να κρατούνται σε εσωτερικό χώρο όταν έχει πολύ κρύο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unopened flower)μπουμπούκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο: βιολογία)οφθαλμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Spring is late this year; the trees still have only buds, not blossoms yet.
 Η άνοιξη άργησε αυτήν τη χρονιά. Τα δέντρα έχουν μόνο μπουμπούκια, δεν έχουν άνθη ακόμη.
bud viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (flower)ανθίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)μπουμπουκιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The daffodils usually bud in February.
 Ο ασφόδελος ανθίζει συνήθως το Φεβρουάριο.
bud viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (start to develop) (μεταφορικά)γεννιέμαι, φυτρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 An idea began to bud in Lacey's mind.
 Η ιδέα άρχισε να γεννιέται στο μυαλό της Λέισι.
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (partially opened flower)μπουμπούκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The roses are still buds; they should be in full bloom tomorrow and will make a nice bouquet.
 Τα τριαντάφυλλα είναι ακόμη μπουμπούκια. Θα ανθίσουν κανονικά αύριο και θα σχηματίσουν ένα όμορφο μπουκέτο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bud interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (term of address: friend) (καθομιλουμένη)φίλε, φιλαράκι επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Hey, bud, how have you been?
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (buddy: friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  φιλαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ: ο καλύτερος φίλος)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 Oh, that's Sam--he's my bud.
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (marijuana) (αργκό, μόνο ενικός)γκάντζα ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Apparently, the cops found two bags of bud in David's car.
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] developing) (μεταφορικά)ανθός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ακμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε κάθε περίπτωση.
 The bud of the young man's hopes and ambitions had yet to come to full flower.
bud [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (plant: graft)κεντρώνω με μάτι, μπολιάζω με μάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It is possible to bud roses onto a sturdier stalk to create a stronger plant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a budding [actress, artist, filmmaker], has a budding career in, a budding [tree, shrub], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση budding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'budding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης