buckle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbʌkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbʌkəl/ ,USA pronunciation: respelling(bukəl)


Inflections of 'buckle' (v): (⇒ conjugate)
buckles
v 3rd person singular
buckling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
buckled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
buckled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
buckle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fastener)κλείσιμο, κούμπωμα, δέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αγκράφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Fasten the buckle on your seat belt.
 Δέστε την αγκράφα στη ζώνη της θέσης σας.
buckle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (belt, shoe: fastening)αγκράφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πόρπη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The buckles on my sandals are scuffed.
 Οι αγκράφες στα σανδάλια μου είναι γρατζουνισμένες.
buckle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fasten) (με αγκράφα)κουμπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The little girl hastily buckled her shoes and dashed out the door.
 Το μικρό κορίτσι γρήγορα έδεσε τα παπούτσια της και έτρεξε έξω από την πόρτα.
buckle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give way)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λυγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The elderly man's legs buckled suddenly, and he grabbed the railing to steady himself.
 Τα πόδια του ηλικιωμένου λύγισαν ξαφνικά και κρατήθηκε από το κάγκελο για να ισορροπήσει.
buckle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (person: give in)υποχωρώ, ενδίδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)λυγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Julie finally buckled and agreed to spend the day at the zoo.
 Η Τζούλι τελικά λύγισε και συμφώνησε να περάσει τη μέρα στον ζωολογικό κήπο.
buckle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (person: bend body)διπλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διπλώνομαι στα δύο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Ryan buckled in pain as the ligament in his knee tore.
buckle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bend [sth])λυγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
buckle [sth] down vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (fasten: shoe, seatbelt)κουμπώνω, δένω, ασφαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you please buckle down the car seat so it doesn't move around?
buckle down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (set to work)ρίχνομαι στη δουλειά, πέφτω με τα μούτρα στη δουλειά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I've got to buckle down and finish planting the vegetable seeds.
buckle down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (work diligently)δουλεύω επιμελώς ρ εκφρ
 I have to buckle down and finish this term paper.
buckle [sb] in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (fasten into seat) (σε μεταφορικό μέσο)βάζω ζώνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mom insisted I buckle my little sister in before she would start the car.
buckle under vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (give in)υποκύπτω, ενδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I finally buckled under and quit the organization.
 Τελικά ενέδωσα και αποχώρησα από την οργάνωση.
buckle up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (fasten: shoe, seatbelt, etc.) (ζώνη ρούχου)κουμπώνω τη ζώνη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ζώνη αυτοκινήτου)βάζω τη ζώνη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσδένομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (παπούτσια)δένω τα κορδόνια μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't forget to buckle up before you start driving.
 Μην ξεχνάς να βάζεις τη ζώνη σου πριν ξεκινήσεις να οδηγάς.
buckle up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (bend over: in or with pain) (από τον πόνο)διπλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διπλώνομαι στα δύο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
buckle up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (bend over: with laughter) (μεταφορικά: στα γέλια)λύνομαι, σκάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (από τα γέλια)διπλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We all buckled up with laughter when Jack told the joke about the penguin.
 Όλοι μας λυθήκαμε στα γέλια, όταν ο Τζακ μάς διηγήθηκε το ανέκδοτο με τον πιγκουίνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
belt buckle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fastening on a belt)αγκράφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I kept losing my trousers because my belt buckle was broken.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'buckle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (don't forget to) buckle up, buckle under the [pressure, weight, strain], [will, tends to] buckle, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση buckle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'buckle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης