brother

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbrʌðər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbrʌðɚ/ ,USA pronunciation: respelling(bruᵺər or, for 9, bruᵺûr)

Inflections of 'brother' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
brothers
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
brethren
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Archaic except for senses relating to religious orders or fellowship)
Σε αυτή τη σελίδα: brother, bro
Ο όρος 'brother' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bro'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'brother' is an alternate term for 'bro'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male sibling) (οικογένεια)αδερφός, αδελφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I have two brothers and one sister.
 Έχω δύο αδερφούς και μία αδερφή.
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (monk's title)αδερφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Brother Dominic is praying in the chapel.
 Ο αδερφός Ντόμινικ προσεύχεται στο παρεκκλήσι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close friend)αδερφικός φίλος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (μεταφορικά)αδερφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Rick is a brother to me.
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fellow member)σύντροφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The union brothers and sisters met to discuss the strike.
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (human being)αδέρφια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Let us be kind to our brothers and treat all human beings with respect and decency.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bro,
also UK: bruv
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, abbreviation (brother)αδερφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I'm going to visit my baby bro at college this weekend.
bro,
also UK: bruv
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, slang (term of address for male friend) (μεταφορικά: προσφώνηση)αδερφέ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (προσφώνηση)φίλε ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 What are you doing tonight, bro? Do you want to hit the bars?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
brother | bro
ΑγγλικάΕλληνικά
baby brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (youngest male sibling)ο μικρότερος αδερφός, ο μικρότερος αδελφός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αδερφούλης, αδελφούλης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
big brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (older male sibling)μεγάλος αδερφός επίθ + ουσ αρσ
  μεγαλύτερος αδερφός επίθ + ουσ αρσ
Big Brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (government surveillance) (μεταφορικά: πολιτική)Μεγάλος Αδερφός επίθ + ουσ αρσ
blood brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biological male sibling)βιολογικός αδερφός, αδερφός εξ αίματος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He's not my blood brother, just my step brother.
blood brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (loyal male friend)σταυραδερφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 They cut their palms and shook hands to become blood brothers.
brother and sister nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (male and female siblings)αδέλφια, αδέρφια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 You can tell they're brother and sister; in fact, they both look just like their mother.
brother in arms,
brother-in-arms
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fellow soldier, comrade)σύντροφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Many soldiers stay in contact with their brothers in arms long after the war is over.
brother-in-arms,
brother in arms
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (ally)σύμμαχος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
brother-in-law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spouse's male sibling)κουνιάδος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My wife and my brother-in-law have both inherited their mother's blue eyes.
 Η σύζυγός μου και ο κουνιάδος μου έχουν και οι δυο κληρονομήσει τα μπλε μάτια της μητέρας τους.
brother-in-law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sibling's husband)γαμπρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My brother-in-law married my sister five years ago.
 Ο γαμπρός μου παντρεύτηκε την αδελφή μου πριν από πέντε χρόνια.
foster brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brother temporarily adopted)θετός αδερφός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 George is my foster brother; that's why he doesn't look like me or anyone else in the family.
fraternal twin brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (twin: non-identical, male)διζυγωτικός δίδυμος αδελφός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 She has a fraternal twin brother who lives in San Francisco.
fraternity brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (member of all-male group) (φοιτητική κοινότητα)μέλος αδελφότητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
half-brother,
half brother
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(male sibling by one parent)ετεροθαλής αδελφός επίθ + ουσ αρσ
 My half-brother and I have different fathers.
kid brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (younger male sibling) (χαϊδευτικό)αδερφούλης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  μικρός αδερφός επίθ + ουσ αρσ
 He may be 22 now, but he'll always be my kid brother!
little brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (younger male sibling)μικρός αδερφός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have one big sister and two little brothers.
Oh brother! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, slang (expressing exasperation) (καθομιλουμένη)Αμάν, αδερφέ!, Ωχ αδερφέ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Αμάν!, Ωχ αμάν!, Ουφ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)Πω ρε φίλε! επίφ
soul brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (black man) (μεταφορικά, αργκό)αδέρφι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
stepbrother,
step-brother
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(son of parent's spouse)αδερφός εξ' αγχιστείας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (συχνό, αν και αδόκιμο)ετεροθαλής αδερφός επίθ + ουσ αρσ
  θετός αδερφός επίθ + ουσ αρσ
Σχόλιο: Το «ετεροθαλής» ετυμολογικά σημαίνει «από άλλη μητέρα» αλλά χρησιμοποιείται αδιακρίτως για όλες τις περιπτώσεις. Συχνά ακόμα και ως αντίστοιχο του «step-brother».
 Even though we look like we're related, Greg is actually my stepbrother.
twin brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male sibling from same pregnancy)δίδυμος αδελφός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'brother' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: my [older, younger, half-] brother, my [oldest] brother, my [big, little, baby, twin] brother, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση brother στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'brother'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης