broadband

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbrɔːdbænd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbrɔdˌbænd/ ,USA pronunciation: respelling(brôdband′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
broadband nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet: high-speed access) (γρήγορο ίντερνετ)ευρυζωνικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ευρεία ζώνη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Where we live there's no broadband so we use satellite.
 Εκεί που ζούμε δεν υπάρχει ευρυζωνικότητα, γι' αυτό και χρησιμοποιούμε δορυφόρο.
broadband n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (internet: high-speed)ευρυζωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You need a broadband connection to stream video.
 Χρειάζεσαι ευρυζωνική σύνδεση για να παίξεις το βίντεο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση broadband στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'broadband'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης