bride

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbraɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/braɪd/ ,USA pronunciation: respelling(brīd; Textile brīd; Fr. brēd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bride nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (at wedding)νύφη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The bride looked radiant in her lace gown.
 Η νύφη έλαμπε στο δαντελένιο της νυφικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bride and groom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman and man on their wedding day)γαμπρός και νύφη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ζευγάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bride and groom were showered in confetti as they left the church.
bride of Christ nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (nun)καλόγρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bride price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (payment for wife)προίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bride-to-be nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman: fiancée) (καθομιλουμένη)αρραβωνιαστικιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιο)μνηστή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λαϊκό, ειρωνεία)αρραβωνιάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μέλλουσα σύζυγος, μέλλουσα γυναίκα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 I fell in love with my beautiful bride-to-be the moment I first saw her smile.
bride-to-be nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engaged woman)μέλλουσα νύφη επίθ + ουσ θηλ
 The bride-to-be secretly spent half of her work day making wedding plans.
mail-order bride nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (woman marrying wealthy foreign man) (μειωτικό)νύφη κατά παραγγελία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  νύφη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
mother of the bride nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female parent of a woman getting married)μητέρα της νύφης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μάνα της νύφης, μαμά της νύφης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The mother of the bride wore purple at the wedding.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bride' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bride στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bride'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης