breeze

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbriːz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/briz/ ,USA pronunciation: respelling(brēz)

Inflections of 'breeze' (v): (⇒ conjugate)
breezes
v 3rd person singular
breezing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
breezed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
breezed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wind)αεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αύρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A gentle breeze blew across the lake.
 Ένα απαλό αεράκι φυσούσε πάνω από τη λίμνη.
a breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] easy to do) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)παιχνιδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό)ευκολάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Opening a bank account is a breeze.
 Το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού είναι παιχνιδάκι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (quarrel)καβγάς, καυγάς, τσακωμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μόνο λόγια)λογομαχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wind: 2-6 on Beaufort scale) (2-4 μποφόρ)αύρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (5-6 μποφόρ)άνεμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
breeze into vi + prep (enter casually)κινούμαι με αέρα, κινούμαι με άνεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Το ρήμα «κινούμαι» μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο κατάλληλο κατά περίπτωση.
 Roger breezed into the room as though nothing were wrong.
 Ο Ρότζερ μπήκε με αέρα στο δωμάτιο σαν να μην έτρεχε τίποτα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
breeze in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (arrive casually)περνάω από κάπου ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She thinks she can breeze in, give everyone instructions, and then leave.
breeze through [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative, informal (do easily)τα πάω περίφημα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τα καταφέρνω πανεύκολα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω πρόβλημα με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (εξέταση)περνάω πολύ εύκολα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't worry about the exam - I'm sure you'll breeze through it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
breeze block nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (cinder block)τσιμεντόλιθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
desert breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gentle wind in arid sandy region)αεράκι της ερήμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αέρας από την έρημο, αεράκι από την έρημο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In the evening a cool desert breeze provided a little relief from the desert heat.
fresh breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasantly cool and gentle wind)δροσερή αύρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
gentle breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasantly gentle wind)δροσερό αεράκι, ευχάριστο αεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: αεράκι: υποκοριστικό του αέρας
 The oppressive humidity began to lift and a gentle breeze freshened the air.
light breeze (meteorology)αεράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sea breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gentle wind blowing in from the sea)θαλασσινή αύρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There's a constant sea breeze in California which makes the heat tolerable.
shoot the breeze,
bat the breeze
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang, figurative (chat) (καθομιλουμένη)τα λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We didn't talk about anything important that night - we were just shooting the breeze.
 Δεν συζητήσαμε τίποτα σημαντικό χτες το βράδυ, απλά τα λέγαμε.
stiff breeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strong wind)δυνατός άνεμος/αέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Amy was so thin I thought she'd blow away in a stiff breeze!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'breeze' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: breeze through the [exam, test, audition], the [wind, cool air, smell] breezed in, breeze in and out, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση breeze στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'breeze'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης