breathing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbriːðɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(brēᵺing)

From the verb breathe: (⇒ conjugate)
breathing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: breathing, breathe

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breathing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (respiration)αναπνοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανάσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The patient's breathing is very faint.
 Η αναπνοή του ασθενούς είναι πολύ αδύναμη.
breathing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (alive)που ανασαίνει, που αναπνέει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που είναι ζωντανός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The baby was injured, but still breathing.
 Το μωρό τραυματίστηκε, αλλά ακόμη ανέπνεε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (person, animal)αναπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανασαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The kitten slept soundly, breathing softly and twitching her whiskers every now and then.
 Το γατάκι κοιμήθηκε βαθιά, αναπνέοντας αθόρυβα και τινάζοντας κάθε τόσο τα μουστάκια του.
 Το γατάκι κοιμήθηκε βαθιά, ανασαίνοντας αθόρυβα και τινάζοντας κάθε τόσο τα μουστάκια του.
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (to be alive)ζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι ζωντανός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  ανασαίνω, αναπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (εμφατικός τύπος)ζω και ανασαίνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As long as I'm breathing that man will never set foot in my house!
 Όσο ζω αυτός ο άντρες δεν θα πατήσει το πόδι του στο σπίτι μου!
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (fabric, leather) (μεταφορικά)αναπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Rachel didn't like the blouse because the material didn't breathe well.
 Στη Ρέιτσελ δεν άρεσε η μπλούζα επειδή το υλικό της δεν ανέπνεε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (compose yourself)παίρνω μια βαθιά ανάσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Fighting his stage fright, the actor closed his eyes and breathed before his scene.
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (combustion: take air in) (μεταφορικά)αναπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παίρνω αέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
breathe viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (wine: be open to air) (μεταφορικά)αναπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Uncork the wine and leave it to breathe for an hour before you serve it.
breathe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (emit)εκπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 According to the legend, there is a dragon in the mountains who breathes fire.
breathe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (whisper)ψιθυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Susan breathed the instructions into Harry's ear.
breathe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (allow [sth] to rest)αφήνω κπ/κτ να πάρει μια ανάσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After the hard ride, the jockey breathed his horse.
breathe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (air: inhale)εισπνέω, αναπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
breathe [sth] into [sth] vtr + prep figurative (instill, inspire) (μεταφορικά: κτ σε κπ)εμφυσώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her writing has breathed new life into a tired old subject.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
breathing | breathe
ΑγγλικάΕλληνικά
breathing apparatus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (equipment used in firefighting, etc.) (μέσο ατομικής προστασίας)αναπνευστική συσκευή επίθ + ουσ θηλ
  αναπνευστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
breathing apparatus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (equipment used by patients) (για ασθενείς)αναπνευστική συσκευή επίθ + ουσ θηλ
breathing apparatus nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal's respiratory system)αναπνευστικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
breathing space,
breathing room
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (chance to think) (μεταφορικά)ανάπαυλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διάλειμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We are going to separate for a while because we both need some breathing space.
breathing space,
breathing room
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(enough space in which to breathe)χώρος στον οποίο μπορείς να αναπνεύσεις ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 So many people lived in the small apartment that there was no breathing space.
labored breathing (US),
laboured breathing (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(heavy or difficult respiration)δυσκολία στην αναπνοή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, δυσκολεύομαι να ανασάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The baby's labored breathing really alarmed us and we called the doctor immediately.
 Το μωρό είχε δυσκολία στην αναπνοή και αυτό μας ανησύχησε πολύ, οπότε καλέσαμε αμέσως τον γιατρό.
mouth breathing,
mouth-breathing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(breathing through the mouth)αναπνοή από το στόμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'breathing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Σε λίστες: Wine, περισσότερα…
Συμφράσεις: using a breathing [apparatus, tube], breathing equipment, has breathing [problems, difficulties], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση breathing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'breathing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης