WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bound hand and foot,
tied hand and foot
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(with hands and feet tied)δεμένος χειροπόδαρα ρ αμ + επίρ
 The kidnappers left him bound hand and foot in the trunk of the car.
 Οι απαγωγείς τον άφησαν δεμένο χειροπόδαρα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου.
be bound hand and foot,
be tied hand and foot
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have hands and feet tied together)είμαι δεμένος χειροπόδαρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The criminal was bound hand and foot so he couldn't escape.
be bound hand and foot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (inescapably obligated) (μεταφορικά, συνήθως αποδοκιμασίας)δεμένος χειροπόδαρα ρ αμ + επίρ
  (χωρίς αρνητική έννοια)εξαρτώμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Every child is bound hand and foot by their parents' rules.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bound hand and foot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bound hand and foot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης