bossy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɒsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɔsi, ˈbɑsi/ ,USA pronunciation: respelling(bôsē, bosē)


Inflections of 'bossy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
bossier
adj comparative
bossiest
adj superlative
Inflections of 'bossy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": bossies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bossy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (personality: controlling)αυταρχικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Karen didn't appreciate Lisa's bossy attitude.
 Στην Κάρεν δεν άρεσε η αυταρχική συμπεριφορά της Λίζα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bossy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: giving too many orders)αυταρχικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Annie is bossy and always orders her brothers to do her chores.
bossy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (cow or calf)αγελάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (νεαρή ηλικία)μοσχάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bossy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a bossy [supervisor, child, mother], is a bossy, meddling [supervisor], is bossy and [demanding, controlling], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bossy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bossy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης