born

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/'bɔːn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɔrn/ ,USA pronunciation: respelling(bôrn)


From the verb bear: (⇒ conjugate)
born is: Click the infinitive to see all available inflections
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Only for senses relating to birth and only in the passive)
Σε αυτή τη σελίδα: born, bear

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be born vi + past p (come into existence)γεννιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jane was born in March. Some people are born deaf.
 Η Τζέιν γεννήθηκε τον Μάρτιο.
born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (brought into existence)γεννημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Born in Scotland, Rory moved with his family to Germany at the age of nine.
 Γεννημένος στη Σκωτία, ο Ρόρι μετακόμισε στη Γερμανία με την οικογένειά του όταν ήταν εννιά χρονών.
-born suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less. (native, from a place) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The Brazilian-born author now lives in New York.
 Ο βραζιλιάνος συγγραφέας ζει τώρα στη Νέα Υόρκη.
born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (innate) (μεταφορικά)γεννημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Tim is a born athlete.
 Ο Τιμ είναι γεννημένος αθλητής.
born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (originated) (μεταφορικά)γεννημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά)που γεννήθηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Ours is a country born of the revolution.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mammal: ursidae) (ζώο)αρκούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 America is home to many species of bear.
 Στην Αμερική υπάρχουν πολλά είδη αρκούδας.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (support weight)αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)βαστάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bridge must bear the weight of the cars and trucks.
 Η γέφυρα πρέπει να αντέχει το βάρος αυτοκινήτων και φορτηγών.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (endure [sth])αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)βαστάω, βαστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He could hardly bear the suspense.
 Με το ζόρι άντεχε την αγωνία.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (produce flowers, fruit) (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παράγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After several years of drought, the apple tree finally bore fruit.
 Μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας, η μηλιά έβγαλε επιτέλους καρπούς.
 Μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας, η μηλιά παρήγαγε επιτέλους καρπούς.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give birth to: a child)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γεννάω, γεννώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The queen bore fourteen children, but only three survived childhood.
 Η βασίλισσα έκανε δεκατέσσερα παιδιά αλλά μόνο τρία έζησαν μετά την παιδική ηλικία.
 Η βασίλισσα γέννησε δεκατέσσερα παιδιά αλλά μόνο τρία έζησαν μετά την παιδική ηλικία.
bear [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give [sb] with an heir)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για επιθυμητό γεγονός)χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Queen bore her husband three daughters.
 Η βασίλισσα χάρισε στον άντρα της τρεις κόρες.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (withstand, stand up to)στέκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο: με επιτυχία)περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He knew his alibi would bear scrutiny, so he had no problem telling it to the detectives.
 Ήξερε ότι το άλλοθί του θα έστεκε στον έλεγχο κι έτσι δεν είχε πρόβλημα να το αναφέρει στους ερευνητές.
 Ήξερε ότι το άλλοθί του θα περνούσε (με επιτυχία) τον έλεγχο κι έτσι δεν είχε πρόβλημα να το αναφέρει στους ερευνητές.
bear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (curve: left, right)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (προς κτ, σε κτ)πηγαίνω, μετακινούμαι, κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (σε)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You need to bear left at the fork in the road.
 Πρέπει να κάνεις αριστερά στη διχάλα του δρόμου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (rude person)αγενής, αγροίκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, προσβλητικό)ζώο, ζώον, γουρούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is a bear first thing in the morning.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business pessimist) (ζαργκόν, μτφ: επιχείρηση)αρκούδα ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  απαισιόδοξος επίθ ως ουδ
Σχόλιο: Η λέξη αρκούδα συνήθως χρησιμοποιείται μέσα σε εισαγωγικά.
 In the current recession, we're all bears.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (finance: short seller) (ζαργκόν, μτφ: οικονομία)αρκούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)υποτιμητής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A bear sells when he hopes prices will go even lower.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth] difficult) (αργκό, μεταφορικά)παλούκι, μανίκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Avoid taking economics with Professor Smith; his class is a bear! This tax form is a bear!
bear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (remain)μένω, παραμένω ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
 He would bear true to the promises he made.
bear [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry [sth], [sb])μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κουβαλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The donkey had to bear the load to the camp.
bear yourself vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conduct: yourself)φέρομαι, συμπεριφέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He bore himself with courage and distinction.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assume)φέρω, αναλαμβάνω, λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I will bear the responsibility for my decisions.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ill will, resentment: harbour)τρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο απλά)έχω, νιώθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 George doesn't bear any ill will towards people whose views are completely different from his own.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (display, show [sth])φέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο απλά)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The warrior's face bore several deep scars.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have: name, title)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)φέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He bears his father's name.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (finance: attempt to lower price)μειώνω την τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The brokers were trying to bear the stocks.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
born | bear
ΑγγλικάΕλληνικά
born into [sth] adj + prep (having from birth)γεννημένος σε κτ επίθ + πρόθ
born leader nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (good manager) (μεταφορικά)γεννημένος ηγέτης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A born leader is so charismatic that she can influence people to work harder and longer willingly.
born lucky adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (fortunate)γεννημένος τυχερός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)σαββατογεννημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I've never had any major problems in life. I guess I was born lucky.
born of desperation adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (done as a last resort)λύση ανάγκης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 His vegetable garden was born of desperation during tough economic times.
born out of wedlock adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." dated (illegitimate)νόθος, εξώγαμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (προσβλητικό, καθομ)μπάσταρδος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 "Bastard" is the legal term for a child born out of wedlock.
born to [sth],
born to do [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having natural talent for [sth])γεννημένος για κτ μτχ πρκ + πρόθ
 She was born to sing.
born with a silver spoon in your mouth adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (have a wealthy upbringing)γεννημένος στα πλούτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που μεγάλωσε μέσα στα πλούτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was born with a silver spoon in her mouth.
born-again Christian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: evangelical)αναγεννημένος Χριστιανός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My sister is a born-again Christian at the Alliance Church in our town.
born-again Christian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: converted)ξανά-γεννημένος Χριστιανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Sarah is a born-again Christian since she joined the Pentecostal church.
country-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (born in countryside)γεννημένος στην επαρχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επαρχιώτης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
first-born,
firstborn,
first born
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(child: eldest in family)πρωτότοκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Their first-born child is a boy.
first-born,
first born,
firstborn
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(eldest child in family)πρωτότοκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
 Are you your parents' first-born?
foreign born,
foreign-born
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(person: who was born overseas)γεννημένος στο εξωτερικό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
high-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (born into nobility)αριστοκρατικής καταγωγής φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  γεννημένος αριστοκράτης φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)από τζάκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
native-born,
native born
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(born in the place indicated)γηγενής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ντόπιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ενός τόπου)γέννημα θρέμμα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
natural-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (showing ability from the beginning) (μεταφορικά)γεννημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γεννημένος για κτ επίθ + πρόθ
  φυσικό ταλέντο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
still-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (baby: dead at birth)θνησιγενής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)νεκρογέννητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
true-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (since birth)γέννημα-θρέμμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Ben was born in South Carolina; he's a true-born Southerner.
true-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (natural) (ακολουθεί ιδιότητα)γεννημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Malcolm is a true-born pianist; he can play any piece by ear.
well-born adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (born into a noble family)υψηλής καταγωγής φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (μεταφορικά)από τζάκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'born' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was born in [London, 1974], born in a [public, private] hospital, born at home, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση born στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'born'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης