bootstrap

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbuːtˌstræp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbutˌstræp/ ,USA pronunciation: respelling(bo̅o̅tstrap′)

Inflections of 'bootstrap' (v): (⇒ conjugate)
bootstraps
v 3rd person singular
bootstrapping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
bootstrapped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
bootstrapped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bootstrap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strap for pulling on a boot) (επάνω σε μπότα)θηλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My cowboy boots have bootstraps but I don't use them.
bootstrap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (means of advance) (μεταφορικά)σκαλοπάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)όχημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I see this job as a bootstrap to a management position.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bootstrap [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, informal (cause to advance) (μεταφορικά, καθομ)σηκώνω κτ/κπ στα πόδια του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δίνω ώθηση σε κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο απλά)οδηγώ κτ/κπ σε κτ ρ μ + προθ
Σχόλιο: Commonly followed by into, out of, to
 The new manager bootstrapped the ailing company into making a profit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bootstrap στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bootstrap'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης