bomb

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɒm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɑm/ ,USA pronunciation: respelling(bom)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosive device)βόμβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ, ανεπίσημο)μπόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bombs are a common part of modern warfare.
 Οι βόμβες είναι κοινός τόπος στον σύγχρονο πόλεμο.
the bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nuclear weapons)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
 People suffered effects from the bomb for decades after it was dropped on the city.
 Οι άνθρωποι υπέφεραν από τις επιπτώσεις της ατομικής βόμβας για δεκαετίες αφότου έπεσε στην πόλη.
bomb [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drop explosives)βομβαρδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The city was bombed repeatedly during the war.
 Η πόλη βομβαρδίστηκε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
bomb [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, figurative, slang (fail: a test) (σε κάτι)πατώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jack bombed his algebra test.
 Ο Τζακ πάτωσε στο διαγώνισμα της άλγεβρας.
bomb viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative, slang (fail)πατώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The previews for the movie looked good, but it bombed.
 Οι κριτικές για την ταινία φαίνονταν καλές, αλλά πάτωσε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (surprising news) (μεταφορικά)βόμβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jasmine dropped the bomb that she and Dexter had eloped.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (total failure) (καθομ, μτφ: αποτυχία)πατάτα, φόλα, μάπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I enjoyed that movie, but it was a huge bomb.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, UK slang (great success) (μτφ, αργκό)που τα σπάει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football: long pass)μακρινή πάσα επίθ + ουσ θηλ
the bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang ([sth] cool, excellent) (αργκό: συχνά γ' πρόσωπο)τα σπάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό: συχνά γ' πρόσωπο)δεν υπάρχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Those new shoes are the bomb!
 Τα καινούρια παπούτσια τα σπάνε!
 Δεν υπάρχουν τα καινούρια παπούτσια!
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Aus, NZ, figurative, slang (old automobile)σακαράκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (radioactive material container)περιέκτης ραδιενεργού υλικού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (volcanic rock)ηφαιστειακή πέτρα επίθ + ουσ θηλ
 Bombs are one of the many dangers associated with active volcanoes.
bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (up-and-under) (καθομιλουμενη)ψηλοκρεμαστή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bomb n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (related to or for bombs)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Bomb experts are still examining the device.
bomb,
bomb along,
bomb off
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
figurative, slang (move very quickly)φεύγω γρήγορα ρ αμ + επίρ
  την κάνω γρήγορα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Nelson angrily bombed off for home.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bomb out [sth],
bomb [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(destroy [sth] by bombing)βομβαρδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bomb out [sb],
bomb [sb] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(leave [sb] homeless by bombing their home)βομβαρδίζω το σπίτι κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A-bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (atomic bomb)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
 The U.S. detonated the first A-bomb near Alamogordo, New Mexico.
 Οι Η.Π.Α. έριξαν την πρώτη ατομική βόμβα κοντά στο Αλαμογκόρντο του Νέου Μεξικού.
atom bomb,
atomic bomb,
A-bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(nuclear weapon)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
atom bomb [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drop atom bomb on place)ρίχνω ατομική βόμβα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
atom bomb viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (drop atom bomb)ρίχνω ατομική βόμβα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
atomic bomb,
atom bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(nuclear weapon)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
 An atomic bomb was dropped on Hiroshima, causing mass destruction.
blockbuster,
blockbuster bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical (huge bomb)πολύ ισχυρή βόμβα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 This neighborhood was decimated by a blockbuster during the war.
 Αυτή η γειτονιά αποδεκατίστηκε από μια πολύ ισχυρή βόμβα κατά τη διάρκεια του πολέμου.
bomb attack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosive assault)βομβιστική επίθεση επίθ + ουσ θηλ
bomb disposal expert nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who defuses explosives)πυροτεχνουργός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
bomb disposal unit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police squad: defuses explosives)μονάδα πυροτεχνουργών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 When the policeman found a suitcase abandoned in the airport, he called the bomb disposal unit.
bomb hoax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: fraudulent threat)φάρσα για τοποθέτηση βόμβας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  φάρσα για βόμβα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
bomb scare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (believed threat of explosives)συναγερμός για βόμβα φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
bomb shelter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protective bunker)καταφύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Many bomb shelters built in the 1950's are still useable.
bomb site nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (area devastated by explosives)βομβαρδισμένη περιοχή επίθ + ουσ θηλ
 Hiroshima became one of the most terrible bomb sites history had ever known.
bomb squad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police team: defuses explosives)ομάδα πυροτεχνουργών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 When the policeman found a suitcase abandoned in the airport, he called the bomb squad.
bomb-proof adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (resists damage by explosives)ασφαλής στα εκρηκτικά, ασφαλής στις βόμβες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει ασφάλεια έναντι των εκρηκτικών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bombing run,
US: bomb run
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fighter plane: pre-bomb drop) (αεροπορία)βομβαρδιστική αποστολή επίθ + ουσ θηλ
 The planes went on a bombing run over enemy territory.
car bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (incendiary device in an automobile)βόμβα σε αυτοκίνητο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
carpet bomb [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drop many bombs over an area)βομβαρδίζω περιοχή ρ εκφρ
cherry bomb (firecracker)κροτίδα σε σχήμα κερασιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
cluster bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosive weapon)βόμβα θρυμματισμού, βόμβα διασποράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
cost a bomb v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, figurative, slang (be expensive)κοστίζω ακριβά ρ αμ + επίρ
  κοστίζω μια περιουσία εκφρ
  είμαι πανάκριβος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
depth charge,
depth bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(underwater explosive device)βόμβα βυθού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ανθυποβρυχιακή βόμβα επίθ + ουσ θηλ
dive-bomb [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attack with steep dive) (για αεροσκάφος)βομβαρδίζω κάνοντας βουτιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
hydrogen bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thermonuclear explosive device)βόμβα υδρογόνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The country tested a hydrogen bomb recently.
letter bomb,
also US: mail bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(explosive device inside envelope)εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε επιστολή β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
neutron bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (radiation bomb: nuclear explosive)βόμβα νετρονίου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
nuclear bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (atomic explosive)ατομική βόμβα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 During World War II, the United States dropped two nuclear bombs on Japan.
parcel bomb,
US: package bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(explosive device in a package)πακέτο-βόμβα, δέμα-βόμβα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  βόμβα σε δέμα, βόμβα σε πακέτο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A parcel bomb killed one woman and injured five other people yesterday.
petrol bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (incendiary device)βόμβα μολότοφ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
pipe bomb (homemade bomb) (σε σωλήνα)αυτοσχέδια βόμβα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
smoke bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small missile that lets off smoke)βόμβα καπνού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It looks like someone set off a smoke bomb!
time bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (timed explosive device)ωρολογιακή βόμβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The spy planted the time bomb, knowing he only had two minutes to get to safety.
time bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person, thing: will cause trouble) (μεταφορικά)ωρολογιακή βόμβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She's a time bomb with a short fuse when she's upset.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bomb' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a bomb blast, hide in a bomb shelter, call in a bomb threat, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bomb στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bomb'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης