bogey

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbəʊɡɪ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈboʊgi; for 2 also ˈbʊgi/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bōgē; for 2 also bŏŏgē, bo̅o̅gē)



Inflections of 'bogey' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
bogeys
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (US & UK)
bogies
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (UK)
Inflections of 'bogey' (v): (⇒ conjugate)
bogeys
v 3rd person singular
bogeying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
bogeyed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
bogeyed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: bogey, bogie
Ο όρος 'bogey' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bogie'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bogey' is an alternate term for 'bogie'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bogey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (golf score: one over par)bogey ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κατά λέξη)ένα χτύπημα περισσότερο από το par β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The golfer was disappointed to score a bogey on the last hole.
bogey,
bogie (UK),
booger (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, often plural (dried nasal mucus) (καθομιλουμένη)μύξα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 "Don't wipe your bogeys on your sleeve," said Leo's mother.
 «Μη σκουπίζεις τις μύξες με το μανίκι σου» είπε η μητέρα του Λίο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bogey viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (golf: score a bogey) (γκολφ)ρίχνω ένα παραπάνω χτύπημα από το par περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bogey [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (golf: score bogey on hole)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
bogey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evil spirit)τερατάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  καλικάντζαρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φάντασμα, στοιχειό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
bogey,
bogy
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang (military: hostile aircraft) (ζαργκόν: στρατός)φάντασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
bogey,
bogie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
AU, slang (swim, bathe)βουτιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπάνιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κολύμπι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
bogey,
bogie
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
AU, slang (go for a swim)πάω για βουτιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πάω για μπάνιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πάω για κολύμπι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bogie,
bogey
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(framework with wheels)φορείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The vehicle's wheels are mounted on a bogie.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bogey' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bogey στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bogey'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης