blockhead

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblɒkhɛd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈblɑkˌhɛd/ ,USA pronunciation: respelling(blokhed′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blockhead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative, pejorative (stupid person) (μτφ, αργκό)τούβλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βλάκας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μτφ, αργκό)στόκος, μπούφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blockhead στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blockhead'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης