blister

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblɪstər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈblɪstɚ/ ,USA pronunciation: respelling(blistər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blister nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swelling filled with fluid)φουσκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The blisters on Julie's heels are large and painful.
 Οι φουσκάλες στις φτέρνες της Τζούλης είναι μεγάλες και πονούν.
blister nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (air pocket in paint surface, etc.)φουσκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Brett smoothed out the blisters in the freshly laid wallpaper.
blister viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (form blisters)κάνω φουσκάλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The burn on Mac's arm has blistered.
 Το κάψιμο στο χέρι του Μακ έχει κάνει φουσκάλα.
blister viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (paint, etc.: form air pockets)κάνω φουσκάλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The paint blistered because there was damp within the walls.
blister [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (raise a blister on)δημιουργώ φουσκάλες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: πόδια)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 These new shoes have blistered my heels.
blister [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (reprimand, criticize)μαλώνω, κατσαδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μτφ: σε κπ)τη λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Caroline blistered her daughter for her inappropriate behavior.
 Η Κάρολαϊν μάλωσε την κόρη της για την ανάρμοστη συμπεριφορά της.
blister [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (subject to intense heat) (μεταφορικά)καίω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ψήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A hot summer sun blistered the valley.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blister pack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tablets: push-through packet)συσκευασία μπλίστερ, συσκευασία blister φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
blister packaging nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plastic bubble wrap)συσκευασία blister, συσκευασία μπλίστερ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  συσκευασία με κυψέλες φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blister' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a blister pack of [pills, medication], [store, pack, buy] meat in a blister pack, have a blister on my [foot, finger, hand], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blister στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blister'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης