bleak

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbliːk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/blik/ ,USA pronunciation: respelling(blēk)


Inflections of 'bleak' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
bleaker
adj comparative
bleakest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bleak adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (empty, stark) (μεταφορικά: χώρος)γυμνός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αρνητική έννοια)αφιλόξενος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)κρύος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The rooms at this hotel are bleak but cheap.
 Τα δωμάτια σε αυτό το ξενοδοχείο είναι αφιλόξενα αλλά φτηνά.
bleak adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (prospect: grim, joyless) (πιο άσχημη κατάσταση)θλιβερός, ζοφερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The financial future of the company looked bleak.
 Το οικονομικό μέλλον της εταιρείας φαινόταν ζοφερό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bleak adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (raw, cold)κρύος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)άγριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Frank planned to stay inside all day to avoid the bleak winter weather.
bleak nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fish) (ψάρι)σίρκο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bleak' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [marinated] bleak fillets, went fishing for bleak, [caught, fished] bleak in the river, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bleak στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bleak'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης