bleach

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbliːtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/blitʃ/ ,USA pronunciation: respelling(blēch)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bleach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cleaning product)χλωρίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mother always keeps a bottle of bleach near the washing machine.
 Η μαμά πάντα έχει ένα μπουκάλι χλωρίνη κοντά στο πλυντήριο.
bleach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hair-lightening product)οξυζενέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Max used bleach to lighten his hair.
 Ο Μαξ χρησιμοποίησε οξυζενέ για να ξανοίξει τα μαλλιά του.
bleach [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clean, whiten: washing)βάζω σε χλωρίνη, πλένω με χλωρίνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ασπρίζω, λευκαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can bleach the sheet to remove the stain.
 Μπορείς να πλύνεις το σεντόνι με χλωρίνη για να βγει ο λεκές.
bleach [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (remove colour from)αποχρωματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξασπρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για μαλλιά)κάνω ντεκαπάζ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Shawna bleached the sleeves of her shirt.
 Η Σώνα αποχρωμάτισε τα μανίκια του πουκαμίσου της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bleach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of bleaching [sth])πλύσιμο με χλωρίνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)χλωρίνιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A quick bleach should remove that stain.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bleach [sth] out,
bleach out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(remove color from)αποχρωματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεβάφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
chlorine bleach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical whitening solution)χλωρίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bleach' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: using a bleach solution, Use bleach to whiten your [hair, clothes]., Use bleach to clean the [floor, counters, toilet]., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bleach στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bleach'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης