blazing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbleɪzɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbleɪzɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(blāzing)

From the verb blaze: (⇒ conjugate)
blazing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: blazing, blaze

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blazing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fire: burning brightly)φλεγόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  που καίγεται, που φλέγεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει παραδοθεί στις φλόγες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The neighborhood residents stared in horror at the blazing house fire.
blazing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sun: bright, hot)καυτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που καίει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You shouldn't stay out in the blazing sun like that without sunscreen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire)φωτιά, πυρκαγιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (άκρη φωτιάς)φλόγα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Three fire engines were called to tackle the blaze at the factory.
 Τα τρία πυροσβεστικά οχήματα κλήθηκαν να χειριστούν την πυρκαγιά στο εργοστάσιο.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bright light)λάμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The soldiers could see the blaze of a lantern far ahead.
 Οι στρατιώτες μπορούσαν να δουν τη λάμψη ενός φαναριού μπροστά μακριά.
a blaze of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (anger, etc.: intense burst) (μεταφορικά)κύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Graham yelled at his son in a blaze of anger.
 Ο Γκράχαμ έβαλε τις φωνές στον γιο του σε μια έκρηξη θυμού.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (burn brightly) (με έντονη φλόγα)καίω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (φωτίζω)λάμπω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The campfire blazed in the darkness.
 Η φωτιά έκαιγε μέσα στο σκοτάδι.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (shine)λάμπω, αστράφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φέγγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λαμποκοπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The stars blazed in the winter night sky.
 Τα αστέρια έλαμπαν στον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (gun: fire continuously)βάλλω κατά ριπάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brightness)λάμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A sudden blaze lit up the sky.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mark indicating trail) (που υποδηλώνει μονοπάτι)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Appalachian Trail is marked with white blazes.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marking on animal's face)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A black horse with a white blaze on its forehead galloped across the field.
blaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark a trail)σημαδεύω, μαρκάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hiking trail was blazed by the Boy Scouts.
blaze [sth],
blaze [sth] abroad
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make known)ανακοινώνω, γνωστοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)διαλαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πρωτοσέλιδα, τίτλοι)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
blazing | blaze
ΑγγλικάΕλληνικά
blazing fast,
blazing-fast
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, figurative (rapid)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The racehorse's pace was blazing fast.
blazing fire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire: intense)κορωμένη φωτιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They sat outside the tent, swapping stories and toasting marshmallows over the blazing fire.
blazing fire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inside a home)φωτιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They gathered round the blazing fire for warmth.
blazing row nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (fierce quarrel)άγριος τσακωμός, άγριος καβγάς, άγριος καυγάς επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blazing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: in front of a blazing fire, [under, in] the blazing sun, [standing, sitting, waiting] in the blazing heat, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blazing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blazing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης