blazed


From the verb blaze: (⇒ conjugate)
blazed is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: blazed, blaze

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blazed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, slang (on drugs) (ναρκωτικά: αργκό)καμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (ναρκωτικά: αργκό)γκολ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ναρκωτικά: αργκό)αλοιφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ναρκωτικά: αργκό)κουρούμπελο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire)φωτιά, πυρκαγιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (άκρη φωτιάς)φλόγα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Three fire engines were called to tackle the blaze at the factory.
 Τα τρία πυροσβεστικά οχήματα κλήθηκαν να χειριστούν την πυρκαγιά στο εργοστάσιο.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bright light)λάμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The soldiers could see the blaze of a lantern far ahead.
 Οι στρατιώτες μπορούσαν να δουν τη λάμψη ενός φαναριού μπροστά μακριά.
a blaze of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (anger, etc.: intense burst) (μεταφορικά)κύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Graham yelled at his son in a blaze of anger.
 Ο Γκράχαμ έβαλε τις φωνές στον γιο του σε μια έκρηξη θυμού.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (burn brightly) (με έντονη φλόγα)καίω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (φωτίζω)λάμπω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The campfire blazed in the darkness.
 Η φωτιά έκαιγε μέσα στο σκοτάδι.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (shine)λάμπω, αστράφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φέγγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λαμποκοπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The stars blazed in the winter night sky.
 Τα αστέρια έλαμπαν στον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό.
blaze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (gun: fire continuously)βάλλω κατά ριπάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brightness)λάμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A sudden blaze lit up the sky.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mark indicating trail) (που υποδηλώνει μονοπάτι)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Appalachian Trail is marked with white blazes.
blaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marking on animal's face)σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A black horse with a white blaze on its forehead galloped across the field.
blaze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark a trail)σημαδεύω, μαρκάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hiking trail was blazed by the Boy Scouts.
blaze [sth],
blaze [sth] abroad
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make known)ανακοινώνω, γνωστοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)διαλαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πρωτοσέλιδα, τίτλοι)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blazed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blazed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης