blather

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblæðə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈblæðɚ/ ,USA pronunciation: respelling(blaᵺər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blather nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nonsensical or pointless talk)ανοησία, χαζομάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Turn off the TV; I can't stand listening to all that blather.
blather viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (talk nonsense)φλυαρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  λέω χαζομάρες, λέω βλακείες, λέω ανοησίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  χαζολογάω, χαζολογώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I put my earbuds in so that I wouldn't have to hear my sister blathering.
blather about [sth] vi + prep (talk pointlessly about)φλυαρώ για κτ ρ αμ + πρόθ
  χαζολογάω για κτ, χαζολογώ για κτ ρ αμ + πρόθ
 My dad likes to blather about football to anyone who will listen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blather' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blather στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blather'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης