blasting

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblɑːstɪŋ/

Σε αυτή τη σελίδα: blasting, blast

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blasting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mining: use of explosives)ανατίναξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The road was closed last weekend for blasting.
 Ο δρόμος ήταν κλειστός την περασμένη εβδομάδα για να γίνουν ανατινάξεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosion)έκρηξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The miners ran for cover at the sound of the blast.
 Οι εργάτες του ορυχείου έτρεξαν να κρυφτούν όταν άκουσαν τον ήχο της έκρηξης.
blast,
blast of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sudden gust)ριπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Alex opened the door and was met with a blast of cold air.
 Ο Άλεξ άνοιξε την πόρτα και του ήρθε μια ριπή παγωμένου αέρα.
blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden loud sound)ήχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (για κτ ενοχλητικό)θόρυβος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (έμφαση στην ένταση)δυνατός ήχος, εκκωφαντικός ήχος επίθ + ουσ αρσ
 Everyone jumped in surprise at the trumpet blast.
 Όλοι αναπήδησαν από την έκπληξη όταν άκουσαν τον ήχο της τρομπέτας.
a blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (good time) (αργκό)τα σπάει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, χυδαίο)γαμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)σούπερ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I'm glad I went to the party, it was a blast!
 Χαίρομαι που πήγα στο πάρτι, τα 'σπασε!
 Χαίρομαι που πήγα στο πάρτι, ήταν γαμάτο!
blast [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shoot [sth], [sb](σε κάποιον)ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιον)πυροβολώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 James blasted the target four times in a row. The victim was blasted by a masked gunman.
 Ο Τζέιμς πυροβόλησε τον στόχο τέσσερις συνεχόμενες φορές.
blast [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blow [sth] up)ανατινάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The demolition crew is planning to blast that building.
 Η ομάδα κατεδάφισης σχεδιάζει να ανατινάξει εκείνο το κτίριο.
blast viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (missile: be fired, shot)εκτοξεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A stream of bullets blasted from his gun.
Blast! Blast it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (annoyance) (καθομιλουμένη)Να πάρει! επίφ
  (καθομ, υβριστικό)Σκατά! επίφ
  (καθομιλουμένη, χυδαίο)Γαμώτο! επίφ
 Blast! I just went and spilled my coffee all over the floor!
 Να πάρει! Μόλις έχυσα τον καφέ μου στο πάτωμα!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shock wave)ωστικό κύμα επίθ + ουσ ουδ
 People could feel the blast a mile away from the explosion site.
blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (severe criticism)αυστηρή κριτική, δριμεία κριτική επίθ + ουσ θηλ
  επίκριση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά, καθομ)θάψιμο, κράξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ron was nearly in tears over the tutor's blast of his thesis.
blast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disease of plant or animal)πυρικουλάρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
blast viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (wither)μαραίνομαι, ξεραίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
blast [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make loud noise) (μουσική)παίζω στη διαπασών, βάζω στη διαπασών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The group of teenagers blasted rock music on the stereo.
blast [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (criticize harshly) (μεταφορικά)κατακεραυνώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (έντονα, άγρια)κατακρίνω, κριτικάρω, επικρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)θάβω, κράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The professor blasted the poorly-written essay.
blast [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wither)μαραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω να μαραθεί, κάνω να ξεραθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The disease blasted a large number of trees in the region.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blasting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blasting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης