blaspheme

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/blæsˈfiːm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/blæsˈfim, ˈblæsfim/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(blas fēm, blasfēm)


Inflections of 'blaspheme' (v): (⇒ conjugate)
blasphemes
v 3rd person singular
blaspheming
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
blasphemed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
blasphemed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blaspheme viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (disrespect [sth] sacred)βλασφημώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 "Oh God!" said Alice, and her mother told her off for blaspheming.
blaspheme vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (disrespect: sthg sacred)βλασφημώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blaspheme στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blaspheme'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης