blanket

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblæŋkət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈblæŋkɪt/ ,USA pronunciation: respelling(blangkit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woollen cover)κουβέρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Linda has several hand-woven blankets in her living room.
blanket n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (complete)γενικός, καθολικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The residents of the city expressed blanket disapproval of genetically modified products.
 Οι κάτοικοι της πόλης εξέφρασαν τη γενική αποδοκιμασία τους για τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα.
blanket,
blanket of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (cloud, snow, fog: covering layer) (μεταφορικά, λόγιος)σεντόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στρώμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στρώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A fresh blanket of snow lay on top of the grass. Fog lay over the city in a thick blanket.
 Μια φρέσκια στρώση χιονιού απλωνόταν πάνω στο γρασίδι.
blanket [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (cover thoroughly)καλύπτω, σκεπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A layer of frost blanketed the plants.
 Ένα στρώμα πάγου κάλυψε (or: σκέπασε) τα φυτά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blanket [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (sound, etc.: suppress) (μεταφορικά)καλύπτω, σκεπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blanket ban nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complete or universal prohibition)ολική απαγόρευση επίθ + ουσ θηλ
  καθολική απαγόρευση επίθ + ουσ θηλ
blanket email,
blanket e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic message) (email)πολλαπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ
blanket pardon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mass amnesty or forgiveness)γενική αμνηστία επίθ + ουσ θηλ
 A blanket pardon was given to all of the prisoners who were wrongly convicted.
electric blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrically-heated bedcover)ηλεκτρική κουβέρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 An electric blanket can warm you up on winter nights.
saddle blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (covering for a horse worn under saddle)κουβέρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)κουβέρτα κάτω από σέλα αλόγου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cowboy threw a saddle blanket on his horse, then a saddle.
security blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child's comforter) (κυριολεκτικά)κουβέρτα παιδιού που παρέχει ασφάλεια,ανακούφιση ή παρηγοριά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The baby wouldn't sleep without her security blanket.
security blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] comforting or reassuring) (μεταφορικά)οικείο αντικείμενο που παρέχει ασφάλεια, ανακούφιση ή παρηγοριά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Insecure men often carry guns as a security blanket. She had her speech written on cue cards as a security blanket.
wet blanket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (person: spoilsport) (καθομιλουμένη)ξενέρωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αυτός που κάνει χαλάστρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Auntie Edna's always a wet blanket at family parties.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blanket' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: blanket clouds covered the sky, don't [give, use] blanket [answers, statements, responses], blanket coverage of the [event, news, elections, Olympics], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blanket στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blanket'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης