bitterly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪtərli/

Σε αυτή τη σελίδα: bitterly, bitter
Ο όρος 'bitterly' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bitter'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bitterly' is an alternate term for 'bitter'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitterly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (cold: extremely, bitingly) (για ψύχος)εξαιρετικά ψυχρός, δριμύτατα τσουχτερός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was bitterly cold every day last week.
 Ο καιρός την προηγούμενη εβδομάδα ήταν εξαιρετικά ψυχρός κάθε μέρα.
bitterly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (emotion: vehemently)σφοδρά, έντονα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She was bitterly angry about the settlement of her case.
 Ήταν σφοδρά οργισμένη για το συμβιβασμό στην υπόθεσή της.
bitterly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (speech: reproachfully)με πικρία, με πίκρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πικρά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)πικρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 "You'll never be welcome here again," he said bitterly.
 «Δε θα είσαι ποτέ ξανά ευπρόσδεκτος εδώ», είπε με πικρία (or: με πίκρα).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (flavour: sharp) (γεύση)πικρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This food has a bitter taste.
 Το φαγητό έχει πικρή γεύση.
bitter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: resentful)πικρόχολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ruth is a bitter and twisted person who resents anybody else being successful.
 Η Ρουθ είναι ένα πικρόχολο και διεστραμμένο άτομο που απεχθάνεται όποιον άλλον είναι επιτυχημένος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (hard to accept) (μεταφορικά)πικρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The death of his mother was bitter news.
bitter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (piercing, harsh)δριμύς, τσουχτερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It was a bitter wind that blew from the north.
bitter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (intensely antagonistic) (για εχθρό)άσπονδος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The two brothers were bitter rivals.
bitter,
bitterly
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (very, exceedingly, severely)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It was a bitter cold night.
bitter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bitterness)πίκρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πικρό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 You have to take the bitter with the sweet.
bitter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (dark beer)bitter ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Paul went into the pub and ordered a pint of bitter.
bitters nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (alcoholic flavouring)μπίτερ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Bitters elevate the flavour profile of a cocktail.
bitter [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give [sth] a bitter taste)πικραίνω, πικρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω πικρό ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The special hops bittered the beer.
 Οι ειδικοί λυκίσκοι πίκραναν την μπίρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
bitterly | bitter
ΑγγλικάΕλληνικά
bitterly cold adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (intensely cold)κρύος, παγωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You need very warm clothing to survive the bitterly cold weather in the Arctic.
bitterly disappointed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extremely let down)απογοητευμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bitterly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bitterly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bitterly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης