bite

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbaɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/baɪt/ ,USA pronunciation: respelling(bīt)

Inflections of 'bite' (v): (⇒ conjugate)
bites
v 3rd person singular
biting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
bit
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
bitten
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bite [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clamp teeth onto)δαγκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The snapping turtle bit the dog's tail and wouldn't let go.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κοίτα! Ο σκύλος έχει δαγκώσει το παλτό σου και το τραβάει.
bite [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cut with teeth)δαγκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)δαγκάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You have to bite the apple hard to get through the peel.
 Πρέπει να δαγκώσεις (or: δαγκάσεις) γερά για να κόψεις τη φλούδα αυτού του μήλου.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mouthful)δαγκωνιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)δαγκανιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Take a bite. You might like the taste of it.
 Πάρε μια δαγκωνιά (or: δαγκανιά). Μπορεί να σου αρέσει.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wound made by biting)δαγκωματιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δάγκωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You could see the mark the dog's bite made on his leg.
 Μπορούσες να δεις το σημάδι που άφησε στο πόδι του η δαγκωματιά του σκύλου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of biting)δάγκωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Watch the TV! The shark's bite breaks the surfboard.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sting)τσίμπημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κέντρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mosquito bite really stung.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (angling: fish on the hook) (ψάρεμα)τσιμπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was out there all day and didn't get a bite from a single fish.
 Ήμουν όλη μέρα εκεί και δεν τσίμπησε ούτε ένα ψάρι.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (spicy taste)πικάντικη γεύση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Are there peppers in this stew? It really has a strong bite.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (stinging effect) (άνεμος)περόνιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  το ότι κτ με διαπερνά, το ότι κτ με περονιάζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)τσίμπημα, τσούξιμο, κάψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You can really feel the bite of the wind in winter.
 Τον χειμώνα, μπορείς, πραγματικά, να νιώσεις τον άνεμο να σε περονιάζει.
bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (something taken)κομμάτι, τμήμα, μέρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ειρωνικό)μερίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Taxes took a big bite out of his salary.
bite viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (sting)τσούζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Antiseptic on an open cut really bites.
bite viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." mainly US, slang (be really bad) (μεταφορικά, αργκό)τσούζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)πονάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You have to repeat a grade? That bites!
bite into [sth] vi + prep (acid: corrode) (μεταφορικά)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The acid bites into the metal, etching a pattern.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bite back [sth],
bite [sth] back
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (suppress response)καταπιέζω, καταπνίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He bit back a groan.
bite back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (respond sharply)γυρίζω κουβέντες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bite into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (reduce in value)μειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μικραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Falling oil prices are biting into the profits of energy companies.
bite [sth] off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (sever with teeth)κόβω κομμάτι δαγκώνοντας ρ εκφρ
 During the fight, one of the boys bit off a piece of the other boy's ear.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a bite to eat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (snack)σνακ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μεζεδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μεζεκλίκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)μια μπουκιά άρθ ορ + ουσ θηλ
bite into [sth] vi + prep (dig teeth into)δαγκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She bit into the apple with vigor. Please bite into the wax so it can make a mould of your teeth.
bite into [sth] vi + prep figurative (acid: corrode)διαβρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The acid bites into the metal.
bite me interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (expressing contempt) (αργκό, προσβλητικό)δεν μας χέζεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χέσε μας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you don't like it that's too bad - bite me!
 Και τι έγινε που δεν σου αρέσει; Χέσε μας!
bite off more than you can chew v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (accept an overly ambitious task) (μεταφορικά)απλώνω τα πόδια μου πέρα από το πάπλωμά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Gabriella thought she would enjoy being team leader, but she may have bitten off more than she can chew.
bite the bullet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (do [sth] unpleasant) (μεταφορικά)σφίγγω τα δόντια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You will just have to bite the bullet; there's no other option.
bite the dust v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (die)πεθαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bite the dust v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (machine: stop working)χαλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bite your tongue,
bite your lip
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (refrain from saying [sth](μεταφορικά)δαγκώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δαγκώνω τη γλώσσα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bite-size,
bite-sized,
bite size,
bite sized
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(food: miniature)μπουκιά, μπουκίτσα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  σε μέγεθος μπουκιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μικρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen may be used when the term precedes the noun.
bite-sized,
bite sized,
bite-size,
bite size
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(food: miniature)μπουκίτσα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term follows a noun
hold your tongue,
bite your tongue
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
idiom (keep silent) (έκφραση)δε βγάζω μιλιά, δε λέω κουβέντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You must hold your tongue and not tell your mother-in-law what you really think of her cooking.
insect bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bite inflicted by an insect)τσίμπημα εντόμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Is that swelling from a rash or an insect bite?
little bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (snack, light meal) (αυτό που τρώω)σνακ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μεζές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη: η διαδικασία)τσίμπημα, τσιμπολόγημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
love bite,
love-bite,
lovebite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(red mark from lover's bite)πιπιλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
open bite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deformity: jaws do not close) (ιατρική)χασμοδοντία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανοικτή δήξη επίθ + ουσ θηλ
  ανεωγμένη δήξη επίθ + ουσ θηλ
 The patient had to undergo surgery for open bite.
soundbite,
sound bite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(short statement, quotation)σλόγκαν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πιασάρικη έκφραση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ατάκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (τμήμα ομιλίας)απόσπασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bite' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: bite into [a sandwich, a cookie, an apple], a [dog, mosquito, bug, spider] bite, bite-size [pieces, chunks], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bite στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bite'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης