bitchy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪtʃi/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bichē)

Inflections of 'bitchy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
bitchier
adj comparative
bitchiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitchy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: malicious, spiteful)κακιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I've never met anyone as bitchy as your little sister.
 Δεν έχω γνωρίσει πιο κακιασμένο άτομο από τη μικρή αδερφή σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bitchy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bitchy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης