bitch

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɪtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(bich)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, offensive, vulgar, slang (unpleasant woman) (μεταφορικά, προσβλητικό)σκύλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My neighbour is a complete bitch.
 Η γειτόνισσά μου είναι εντελώς σκύλα.
bitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female dog)σκύλα, σκυλίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Our cousin wants to mate his bitch with our dog.
 Ο ξάδερφός μας θέλει να ζευγαρώσει τη σκυλίτσα του με τον σκύλο μας.
bitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. vulgar, slang (complaint)παράπονο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The residents are always having a bitch about their landlord.
 Οι ένοικοι κάνουν πάντα παράπονα για τον σπιτονοικοκύρη τους.
a bitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US, figurative, vulgar, slang (unpleasant thing) (καθομιλουμένη, μτφ)μανίκι, ζόρι, πακέτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mowing the lawn in the summer is a bitch.
 Το να κουρεύεις το γκαζόν το καλοκαίρι είναι μανίκι.
bitch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." vulgar, slang (complain) (για κάτι)γκρινιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραπονιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Stop bitching! You're giving me a headache.
 Σταμάτα να γκρινιάζεις! Μου προκαλείς πονοκέφαλο.
bitch about [sth] vi + prep vulgar, slang (complain about [sth])γκρινιάζω για κτ, μουρμουράω για κτ ρ αμ + πρόθ
 The employees stood at the coffee machine and bitched about their pay.
 Οι εργαζόμενοι στέκονταν δίπλα στη μηχανή του καφέ και γκρίνιαζαν (or: μουρμούραγαν) για τον μισθό τους.
b***ch,
b*tch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
vulgar, written, slang (bitch) (αργκό: αντί βρισιάς)μπιπ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (γραπτός λόγος, διαδίκτυο)τσούλ@, πουτ@να ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: "Bitch", especially when used as a pejorative slang term, can be spelled "b***ch" or "b*tch" when someone wants to avoid writing out a profane word.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, pejorative, offensive, vulgar, slang (lewd woman) (μειωτικό, χυδαίο)τσούλα, πουτάνα, σκρόφα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The cuckolded husband called his wife a bitch.
 Ο απατημένος σύζυγος αποκάλεσε τη γυναίκα του τσούλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bitch slap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar (smack across cheek)χαστούκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σφαλιάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπάτσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  καρπαζιά, μπάτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
bitch slap [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang, vulgar (smack across cheek)χαστουκίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ρίχνω σφαλιάρα, ρίχνω χαστούκι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ρίχνω καρπαζιά, ρίχνω μπάτσα, ρίχνω μπάτσο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bitch-made adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, vulgar, slang (worthless) (καθομιλουμένη)που δεν αξίζει μία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
son of a bitch,
son-of-a-bitch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
slang, pejorative, vulgar (despicable man) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)καθίκι, κάθαρμα, τομάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (αργκό, χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That son of a bitch should be locked away for good. I'm going to kill that son of a bitch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bitch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
SOB
Συμφράσεις: vulgar, slang: bitch and [moan, complain, whine], vulgar: a [total, complete] bitch to me, vulgar, slang: bitching about [the work, her attitude, the situation], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bitch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bitch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης