bisexual

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌbaɪˈsɛkʃuəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/baɪˈsɛkʃuəl/ ,USA pronunciation: respelling(bī seksho̅o̅ əl)

Σε αυτή τη σελίδα: bisexual, bi
Ο όρος 'bisexual' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bi'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bisexual' is an alternate term for 'bi'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bisexual adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (attracted to both sexes)αμφιφυλόφιλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)μπάι επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Keira is bisexual but she says she prefers girls.
bisexual nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bisexual person)αμφιφυλόφιλος, αμφιφυλόφιλη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (καθομιλουμένη)μπάι ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bi prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (two or both) (δύο, διπλός)δι- α' συνθετικό
 For example: bicycle, bipod
bi prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (alternate, every other) (χρονική εναλλαγή)παρά προθ
 For example: biannual
bi adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, abbreviation (bisexual) (καθομιλουμένη)μπάι ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bisexual' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
AC/DC - bi - GLBT - LGBT

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bisexual στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bisexual'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης